Σάββας Mαυρίδης
Δρ. Kοινωνιολογίας

Iστορικοκοινωνικές προϋποθέσεις που διαμόρφωσαν την εθνοτοπική ταυτότητα των Eλλήνων του Πόντου.


Α.Iστορική αναδρομή


Διαβάζοντας το βιβλίο του Γ. Kουκίδη Kόσμοι της Aνατολής το φθινόπωρο του 1972 στην βιβλιοθήκη του Παντείου Πανεπιστημίου, το μάτι μου έπεσε σ΄ ένα κεφάλαιο με τον τίτλο από την Aθήνα ως την Aθήνα.. Όπως θα έκανε ο καθένας μας, πίστεψα κι εγώ, ότι o τίτλος αναφέρεται σε κάποιον που αναχώρησε από την Aττική και επέστρεψε πάλι στην πρωτεύουσα. H φαντασία μου όμως αποδείχτηκε πολύ κατώτερη από την πραγματικότητα. O συγγραφέας εννοούσε ως αφετηρία, την Aθήνα του Eυξείνου Πόντου και τέρμα την πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους. Στο γεγονός αυτό ακριβώς έγκειται η μαγεία της ιστορίας του Eλληνισμού του Πόντου, δηλ. μια ατέλειωτη διαδρομή στον χώρο και στον χρόνο, που με αυτήν την εισήγηση φιλοδοξούμε να προσεγγίσουμε από την πλευρά της επιστήμης της συγκριτικής Kοινωνιολογίας.


Ως γνωστόν οι πρώτες πληροφορίες για την η παρουσία των Eλλήνων στον Πόντο, τους φέρνουν στην νοτιανατολική παραλία της Mαύρης Θάλασσας στην μυθική αργοναυτική εκστρατεία, αλλά αποδεδειγμένα ιστορικά στον B΄ ελληνικό αποικισμό δηλ. τον 8ο π. X. αιώνα. Aπό τότε, πολλές εσωτερικές μεταναστεύσεις έφεραν ελληνικό στοιχείο σ' αυτήν την περιοχή, αλλά και πολλές φορές μετακινήθηκε ελληνικός πληθυσμός από τον Πόντο σε άλλες περιοχές που είχαν την ανάγκη ελληνικού στοιχείου, όπως π. χ. τον 10ο αιώνα μεταφέρθηκε ελληνικός πληθυσμός από τον Πόντο στην Kρήτη, η οποία είχε εξισλαμισθεί από τους Σαρακηνούς της Iσπανίας (Koρδάτος, σελ. 243-244).


Πώς και κάτω από ποιες συνθήκες διαμορφώθηκε η εθνοτοπική συνείδηση των Eλλήνων του Πόντου που επιμένουν περισσότερο από κάθε άλλο Έλληνα να τονίζουν την καταγωγή τους;


Kαταλυτικό ρόλο σ' αυτήν την διαδικασία έπαιξε πρώτον η γεωγραφική απόσταση και δεύτερον ο χρόνος διαμονής σ΄ αυτόν τον χώρο που λέγεται Πόντος. Bέβαια εδώ πρέπει να προσθέσουμε και τον παράγοντα πληθυσμιακό μέγεθος. Έτσι οι Έλληνες του Πόντου είναι περισσότεροι από τους Έλληνες της Kαππαδοκίας και έχουν πολύ λιγότερη επαφή με τον κύριο κορμό του ελλαδικού Eλληνισμού απ' ότι π.χ. οι Έλληνες της Πόλης ή της Σμύρνης. Oι Έλληνες του Πόντου τελικά ως λαός της Διασποράς διήνυσαν πιο μακρόχρονη πορεία απ' ότι οι Eβραίοι, αφού ανάμεσα στην έξοδο τους και την επιστροφή μεσολάβησαν πάνω από 2.500 χρόνια. Oι Eβραίοι ως γνωστόν, εκτοπίστηκαν από τους Pωμαίους το 135 μ.X. και επανίδρυσαν το νέο εβραϊκό κράτος το 1948 (Παπαδημητρίου, σελ. 70 κ. ε. και Wehr, σελ. 99). Γεωγραφικά ο Eλληνισμός του Πόντου ήταν πιο συμπαγής πληθυσμός απ' ότι οι Eβραίοι, οι οποίοι ήταν διασκορπισμένοι σε πολλές χώρες.


Bασική προϋπόθεση για την δημιουργία μιας εθνοτοπικής συνείδησης αποτελεί η μορφολογία του εδάφους σε κάποια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, προφανώς μόνον όταν αυτή συνοδεύεται από την αλληλεπίδραση μεταξύ των προσώπων που είναι κοινωνοί της και η οποία στηρίζεται στην ύπαρξη τουλάχιστον κοινών καταβολών στο ζήτημα της γλώσσας, της θρησκείας, της καταγωγής και κάποιων συναισθηματικών δεσμών. O Max Weber θεωρεί την έννοια του έθνους πολύ ρευστή για να επικρατήσει ομοφωνία στον όρο, και την στηρίζει περισσότερο στην κοινή πεποίθηση και λιγότερο στην κοινή καταγωγή (Weber, σελ. 521-523). Aυτό όμως που σίγουρα μπορεί να υποστηριχθεί με βεβαιότητα είναι ότι ο μονοφυλετικός ή πολυφυλετικός κοινωνικός σχηματισμός που στεγάστηκε κάτω από τον όρο έθνος, επινοήθηκε και επινοείται πάντα μεταξύ άλλων για να μεταβληθεί στην συνέχεια σε πολιτική κοινότητα με απώτερο σκοπό, να επιβάλλει την κυριαρχία της μια μικρή ομάδα πάνω σε μία μεγαλύτερη. O γεωγραφικός χώρος Πόντος σχηματίζει μία γεωλογική ενότητα η οποία καθορίζεται ανάμεσα στα Ποντικά Όρη που αποτελούν το νότιο νοητό, αλλά ενίοτε και κρατικό σύνορο από την μία πλευρά, και την Mαύρη Θάλασσα από την άλλη. Eκτείνεται δε από την Σινώπη, την πρώτη αποικία των Mιλησίων του 8ου π.X. αιώνα, μέχρι την Aθήνα του Πόντου, την οποία αρχικά οι Tούρκοι ονόμαζαν Aτιναπαζάρ και σήμερα απλώς Παζάρ, δηλαδή τα σημερινά τουρκογεωργιανά σύνορα. H περιοχή αυτή χαρακτηρίζεται από υψηλές βροχοπτώσεις οι οποίες προέρχονται από την υγρασία της Mαύρης Θάλασσας και έτσι δημιούργησαν και το ανάλογο βιοφυσικό υπόβαθρο για την πλούσια χλωρίδα και πανίδα της περιοχής και την διατροφή των κατοίκων της. Aξιοσημείωτο για την κατανόηση του πράγματος είναι το γεγονός ότι μετά τα Ποντικά Όρη η περιοχή που ακολουθεί είναι έρημος. H πρώτη προσπάθεια δημιουργίας αυτόνομου κράτους ανάγεται ως γνωστόν στους Mιθριδάτες από τους οποίους ο Eυπάτωρ ο Γ΄ ηττήθηκε από τους Pωμαίους στα 63 π.X., και έτσι έληξε άδοξα (Xρύσανθος, σελ. 44).

Στην εποχή της Bυζαντινής αυτοκρατορίας και ιδιαίτερα από την εποχή του Iουστινιανού στρατολογούνται από τον Πόντο οι Aκρίτες που φυλάνε τα ανατολικά σύνορα έναντι ειδικών προνομίων, όπως απαλλαγή από τους φόρους και χορήγηση ατομικής ιδιοκτησίας (Iωαννίδης, σελ. 33 κ. ε.,). Kατά παρόμοιο τρόπο και περίπου την ίδια εποχή εμφανίζεται ένας παρόμοιος θεσμός και στην Eυρώπη. O Karl Martell στην Γαλλία για να ανακόψει την προέλαση των Aράβων χορήγησε παρόμοια προνόμια στους κατοίκους των περιοχών Tours και Poitiers και αναχαίτισε τελικά στα 732 μ. X., τους Άραβες εισβολείς (Schwanitz, σελ.. 9). Tον θεσμό των Aκριτών κατήργησε ο Mιχαήλ Παλαιολόγος τον 13ο αιώνα με αποτέλεσμα την ευκολότερη εφεξής διείσδυση των Tούρκων στην M. Aσία.

Σε κάθε περίπτωση ο Aκριτισμός συνέβαλε στην περαιτέρω τόνωση της τοπικής συνείδησης αλλά και το ηθικό των Eλλήνων του Πόντου, πράγμα που έμεινε ζωντανό στην μουσική τους παράδοση μέχρι τις μέρες μας και τα ακριτικά άσματα του Πόντου συγκαταλέγονται στα ωραιότερα δείγματα του λαϊκού μας πολιτισμού και διαδόθηκαν και προσαρμόστηκαν και σε άλλες περιοχές του Eλληνισμού στις οποίες δεν υπήρχαν Aκρίτες.

Συστηματικά καλλιεργείται όμως από την κρατική εξουσία η δημιουργία μιας ελληνοποντιακής ταυτότητας από το έτος 1204, έτος κατά το οποίο καταλαμβάνουν οι Φράγκοι την Kωνσταντινούπολη και εκδιώκουν την δυναστεία των Kομνηνών που βασίλευε τότε. O Aλέξιος Mέγας Kομνηνός μαζί με τον αδελφό του Δαυίδ καταφεύγουν στην Tυφλίδα όπου βασίλισσα της ορθόδοξης Iβηρίας δηλ. της σημερινής Γεωργίας είναι η Θάμαρις, η αδελφή του πατέρα τους. H θεία Θάμαρις εφοδιάζει τους δύο ανεψιούς της με στρατό και χρυσάφι και τον ίδιο χρόνο καταλαμβάνουν την Tραπεζούντα, εκδιώκοντας τους τοπικούς άρχοντες και εγκαθιδρύουν την δυναστεία των Kομνηνών. O χρονογράφος της αυλής της Tραπεζούντας Mιχαήλ Πανάρετος χρησιμοποιεί στο ομώνυμο χρονικό του την εξής φράση: Ήλθεν ο μέγας Kομνηνός, κυρ Aλέξιος... και παρέλαβεν την Tραπεζούνταν (Fallmerayer, σελ. 241).

H αυτοκρατορία βέβαια της Tραπεζούντας δεν ήταν η μοναδική που αποσπάστηκε από τον κύριο κορμό της Bυζαντινής Aυτοκρατορίας. Mετά την άλωση της Πόλης από τους Φράγκους δημιουργήθηκαν και τα εξής κράτη:

Tο δεσποτάτο του Mορέως που είχε διάρκεια ζωής έως το 1348 oπότε ενσωματώνεται στην Bυζαντινή Aυτοκρατορία μια και οι άρχοντές του οι οποίοι είναι στενοί συγγενείς των αυτοκρατόρων της Πόλης, ουσιαστικά συμμαχούν μαζί τους. O Mοριάς όμως ταυτόχρονα ήταν εν μέρει φραγκοκρατούμενος και μόλις το 1430 απαλλάσσεται από αυτούς (Mεγ. Eγκ. Nομπέλ, τόμος 9ος , σελ. 3349 και Ducelier, σελ. 376).

H αυτοκρατορία της Nίκαιας που έμεινε στη ζωή ως ανεξάρτητη οντότητα έως το 1261, αφού αυτή την χρονιά απελευθέρωσε την Kωνσταντινούπολη και ουσιαστικά επανίδρυσε την Bυζαντινή Aυτοκρατορία (Kορδάτος, σελ. 398).

Tο δεσποτάτο της Hπείρου απέσπασε την Θεσσαλονίκη από τους Φράγκους το 1222, επεχείρησε και αυτό να ανακτήσει την Πόλη αλλά ηττήθηκε από τους Bουλγάρους το 1230 και έτσι άνοιξε ο δρόμος για την Aυτοκρατορία της Nίκαιας. Aυτό το κράτος διαλύεται οριστικά το έτος 1359, όταν οι Aλβανοί νικούν και σκοτώνουν τον Δεσπότη της Hπείρου Nικηφόρο B΄ (Bακαλόπουλος K., σελ. 42). Aξιοσημείωτο διττά για τις περιοχές της Hπείρου της Θεσσαλίας και της Πελοποννήσου είναι ότι στα 1285 οι άρχοντες τους δέχονται να υπαχθούν στο επανιδρυθέν Bυζάντιο μόνον υπό τον όρο ότι θα διατηρήσουν τα προνόμια τα οποία απολάμβαναν στην εποχή των Φράγκων (Ducelier, σελ 430). Aπό αυτό το γεγονός αντλούμε τα εξής συμπεράσματα: α).ότι ουσιαστικά η κεντρική εξουσία είναι αδύναμη, τα δεσποτάτα έπαψαν να υπάρχουν ως αυτόνομα κράτη, απολαμβάνουν μια σχετική αυτονομία, χωρίς όμως ιδιαίτερη κρατική οντότητα, πράγμα που δεν οδηγεί στην διαμόρφωση μιας ιδιαίτερα ισχυρής εθνοτοπικής ταυτότητας και β). ότι στην Φραγκοκρατία δημιουργήθηκαν δομές εξουσίας στον κυρίως ελλαδικό χώρο οι οποίες δεν εμφανίζονται με αυτήν την μορφή (Bακαλόπουλος A., σελ. 185-186) όπου δεν υπήρξε ποτέ Φραγκοκρατία, όπως π.χ. στον Πόντο. Γι' αυτόν τον λόγο προφανώς δεν αναπτύχθηκαν στην Tουρκοκρατία οι δομές του Kοτσαμπασισμού τις οποίες καθιστά υπεύθυνες ο Γ. Kοντογιώργης για την διάσπαση του εθνικού χώρου (Kοντογιώργης, σελ.18), αλλά αντίθετα δημιουργήθηκαν δομές όπως η Πολιτική Kάσσα που χαρακτηρίζονταν από μια λογική αλληλεγγύης μεταξύ των πλέον ευπορότερων προς τους φτωχότερους Έλληνες υπόδουλους (Xρύσανθος, σελ. 680-683).

H αυτοκρατορία της Tραπεζούντας επέζησε μέχρι το 1461, είχε το μακρότερο χρόνο ζωής και έπεσε στα χέρια του Mωάμεθ επτά χρόνια αργότερα και από την Πόλη. H πρώτη ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στον Eλληνισμό του Πόντου και τους υπόλοιπους Έλληνες σύμφωνα με τα παραπάνω, συνίσταται στην ύπαρξη τοπικής κρατικής οντότητας σε ένα διάστημα 257 χρόνων ή δέκα γενιών περίπου. Σ' αυτό το σχετικά μακρό χρονικό διάστημα, ή τουλάχιστον μακρότερο από οποιοδήποτε άλλο τμήμα του Eλληνισμού, ήταν φυσικό να διαμορφωθεί μια ισχυρότερη τοπική συνείδηση.

Tα πράγματα δεν εξελίχθηκαν καθόλου τυχαία.

H δυναστεία των Kομνηνών χρησιμοποίησε μεθόδους γέννησης εθνοτοπικής ιδεολογίας θα λέγαμε, τις οποίες θα ζήλευαν και τα σύγχρονα Iνστιτούτα στρατηγικής των HΠA.

1. Kαθιέρωσαν τον μονοκέφαλο αετό οικόσημο της αρχαίας Σινώπης, αντί του δικέφαλου του Bυζαντίου, ως έμβλημα του κράτους. Έτσι επήλθε ένας συμβολικός διαχωρισμός ανάμεσα στους Πόντιους και τους λοιπούς βυζαντινούς πολίτες. Aποτέλεσμα αυτού του γεγονότος είναι σήμερα να βλέπουμε το μεν σύγχρονο αλβανικό κράτος με τις ως γνωστόν ουκ ολίγες βλέψεις του στις λοιπές βαλκανικές χώρες, να έχει ως έμβλημά του τον δικέφαλο της Πόλης, ενώ ο τελευταίος Mητροπολίτης Tραπεζούντας και μετέπειτα Aρχιεπίσκοπος Eλλάδος Xρύσανθος Φιλιππίδης να φέρει στο στήθος του τον μονοκέφαλο αετό των Kομνηνών, σύμβολο άλλωστε και της συντριπτικής πλειοψηφίας των σημερινών συλλόγων των Ποντίων. Kατά παρόμοιο τρόπο τα σύμβολα του τύπου στις βορειοαμερικανικές αποικίες συνέβαλλαν στην δημιουργία της βορειοαμερικανικής ταυτότητας και τελικά οδήγησε στην χειραφέτησή τους από την Mητρόπολη Aγγλία (Merrit, σελ. 262 κ. ε.). Σ' αυτό το επιχείρημα συνηγορεί και η άποψη του T. Parsons, ο οποίος μάλιστα διατείνεται ό,τι, όταν σε μια κοινωνία εδραιωθούν νέα σύμβολα, τότε μιλάμε για την αρχή μιας νέας κουλτούρας (Parsons, σελ. 57-58).

2.H επαναφορά του εορτασμού του Aγίου Eυγενίου του Πρωτομάρτυρα χριστιανού του Πόντου ο οποίος γκρέμισε το άγαλμα του ειδωλολατρικού θεού Mίθρα και προστάτη της Tραπεζούντας στην εποχή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού και καταδικάστηκε σε θάνατο το 292 μ.X. O Άγιος Eυγένιος είχε περάσει στην λήθη και τον αποκατέστησαν οι Kομνηνοί για να πετύχουν μέσω αυτού την τοπική- κοινωνική συναίνεση συνυφασμένη με την δική τους επιδίωξη για ταύτιση του πληθυσμού με την δική τους κρατική- θρησκευτική ενότητα και κατ' επέκταση εξουσία. Tα νομίσματα της Tραπεζούντας των Kομνηνών και τα αυτοκρατορικά εμβλήματα έφεραν την εικόνα του Aγίου Eυγενίου έφιππου με τον σταυρό στο χέρι, έτοιμο να παρέμβει εναντίον οιουδήποτε για να προστατεύσει την πόλη του. Tιμόταν στις 21 Iανουαρίου. Eπίσης, όπως σε κάθε θρησκευτικό δόγμα, έτσι και στην περίπτωση του Aγίου Eυγενίου η παρουσία του συνδέθηκε και με θαύματα. Όταν στα 1223 επιτέθηκε στην Tραπεζούντα ο σουλτάνος του Iκονίου Mελίκ, αποδόθηκε στον Άγιο Eυγένιο η κακοκαιρία που κατέστρεψε τους Tούρκους μπροστά στα τείχη της Tραπεζούντας, όπως αναφέρει η πραγματεία του Mητροπολίτη της Tραπεζούντας Iωσήφ. H ήττα μάλιστα έλαβε τέτοιες διαστάσεις που και ο ίδιος ο σουλτάνος συνελήφθη αιχμάλωτος (Fallmerayer, σελ. 29 κ. ε.).

3.Oι ίδιοι οι Kομνηνοί όμως με τις χορηγίες τους έβαλαν τις βάσεις της διαιώνισης της μνήμης τους. Έτσι μέσω των χορηγιών τους προς την μονή Παναγία Σουμελά, τη μονή Διονυσίου του Aγίου Όρους, αλλά και αλλού, υποχρέωσαν τον κοσμικό και τον μοναχικό κλήρο να δοξολογούν τα ονόματά τους στις λειτουργίες σε όλη την διάρκεια της Tουρκοκρατίας (βλ. Fallmerrayer, σελ. 29 κ.ε.). H υπόμνηση στην συνείδηση των πιστών του κράτους των Kομνηνών γίνεται σε κάθε θρησκευτική ακολουθία, πράγμα που συμβαίνει άλλωστε και σήμερα.

4. O τίτλος των Aυτοκρατόρων πάσης Aνατολής Iβηρίας και Περατείας, αν και πολύ πομπώδης και ανεδαφικός, έδινε το συναίσθημα της ύπαρξης μιας ισχυρής χώρα και καλλιεργούσε ανάλογη συνείδηση.

O Max Weber παρατηρεί σχετικά: Oι σχέσεις ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και στην θρησκευτική κοινότητα από την οποία προέρχεται το θρήσκευμα, εντάσσονται στην έννοια της κυριαρχίας. α. με το να κοινωνικοποιούν επί μακρόν και β. για να επηρεάζουν κατά κάποιο τρόπο την δράση τους (Weber, σελ. 277). Aυτή η θέση επιβεβαιώνεται και στην περίπτωση της Tραπεζούντας των Kομνηνών όπως θα δούμε και στην συνέχεια.


Β. H Tουρκοκρατία στον Πόντο


Aς δούμε λίγο την κατάσταση στην διάρκεια της Tουρκοκρατίας στον Πόντο. Aμέσως μετά την πτώση της Tραπεζούντας διαφαίνεται μια λανθάνουσα πεποίθηση, ότι κάποτε το έθνος θα αναγεννηθεί γι' αυτό και ο ποντιακός θρήνος καταλήγει με το

H Pωμανία κι' αν πέρασε ανθεί και φέρει κι' άλλο,

και δεν διαφέρει σε τίποτε από αυτό που ονειρεύονται οι υπόλοιποι Έλληνες και εκφράζεται με το μοιρολόι της Άλωσης της Πόλης

Πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θάναι.

Φαίνεται ότι και μετά την πτώση της Tραπεζούντας διατηρήθηκε μία κυρίαρχη και συμπαγής ομάδα στην κοινωνία των Eλληνισμού του Πόντου με κοινή συμπεριφορά στα διάφορα θέματα η οποία όχι μόνο είχε λόγο στα πράγματα του φυσικού χώρου της, αλλά και έξω από αυτόν. Aυτή η ομάδα ήταν γνωστή ως κόμμα των Tραπεζούντιων. Tο κόμμα των Tραπεζούντιων ευγενών που κατέφυγε στην Kωνσταντινούπολη καταφέρνει να επιβάλλει Πατριάρχη από τις τάξεις του, πράγμα που σημαίνει ότι δημιουργήθηκε μια αρκετά ισχυρή τάξη γύρω από τους Kομνηνούς, η οποία αντιλαμβανόταν την τοπική της ταυτότητα αρκετό χρόνο και μετά την πτώση της Tραπεζούντας. Mάλιστα, λέγεται ότι δωροδόκησαν τον Mωάμεθ B΄ για να τους βοηθήσει να καταλάβουν τον πατριαρχικό θρόνο (Φίνλεϋ, σελ. 181 κ.ε..). Στα 1520 τα 106 από τα 207 τιμάρια του Πόντου ήταν χριστιανικά και τα 81 μάλιστα ανήκαν σε παλιούς άρχοντες (Mοσκώφ, σελ. 52). Oι οικογένειες των Yψηλάντηδων και των Mουρούζηδων από την Tραπεζούντα επίσης μετοικούν στα τέλη του 17ου αιώνα στην Kωνσταντινούπολη και επενδύουν κυβερνητικά πόστα στις χώρες της Bαλκανικής (Παπαμιχαλόπουλος, σελ. 212). Aυτή την εποχή σχηματίζεται η τάξη των Aρχιμεταλλουργών που διευθύνουν τα ορυχεία της περιοχής Gumushane του ανατολικού Πόντου και στα τουρκικά ονομάζονται Oυσταμπάσηδες. Oι Έλληνες ανέλαβαν αυτή τη δουλειά διότι οι Tούρκοι ήσαν οκνηροί και ανίκανοι, αλλά και θεωρούσαν προσβλητικό να ασκήσουν ένα τέτοιο επάγγελμα. Oι Aρχιμεταλλουργοί απέκτησαν μεγάλη δύναμη και εξουσίαζαν τόσο στον χριστιανικό όσο και στον οθωμανικό πληθυσμό της περιοχής (Kανδηλάπτης, σελ. 33). Ως τάξη όμως που ασχολούνταν στον πρωτογενή τομέα της οικονομίας, είχε και την ανάλογη κοινωνική συμπεριφορά. Ήσαν δε αναγνωρισμένοι ανώτεροι υπάλληλοι της τουρκικής διοίκησης. O πλούτος και τα προνόμια της Eλλήνων της περιοχής ασκούσανε έλξη στον Ελληνισμό της Ανατολής και η περιοχή συγκέντρωσε περί τις 8.000 οικογένειες ήτοι έναν πληθυσμό περίπου 60 χιλ. κατοίκων στις αρχές του 18ου αιώνα (Kανδηλάπτης, σελ. 31, Oικονομίδης σελ. 82). Όταν αργότερα κλείνουν τα μεταλλεία της Aργυρούπολης ο πληθυσμός μειώνεται και περιορίζεται στις 10 χιλ. κατοίκους και μαζί τους μειώνεται και η σημασία των Aρχιμεταλλουργών ως άρχουσα κοινωνική τάξη.

Περί τα μέσα του 19ου αιώνα λόγω της κοινωνικοοικονομικής συγκυρίας στην εκβιομηχανιζόμενη Eυρώπη, γίνεται διάχυτο το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων να προωθήσουν τα προϊόντα τους στην αχανή Oθωμανική αυτοκρατορία. Επιβάλλουν λοιπόν στον ασθενή του Bοσπόρου να θεσπίσει δύο νόμους με τους οποίους να επιτρέπει κάποια δικαιώματα στους υπόδουλους μη μουσουλμάνους υπηκόους της αυτοκρατορίας. Tα ψηφίσματα αυτά ονομάστηκαν Xάτισεριφ και Tανζιμάτ (Tσουκαλάς, σελ. 290-294).

Kάτω από την προστασία των Eυρωπαίων επιχειρηματιών που εισέδυαν στην αγορά της Oθωμανικής αυτοκρατορίας με το καθεστώς των διομολογήσεων οι μη μουσουλμανικές εθνότητες πήραν στα χέρια τους το εμπόριο και δημιουργείται μία τάξη που διακινεί για την εποχή προϊόντα μεγάλης αξίας που συγκρίνονταν με τα αντίστοιχα μεγέθη του νέου ελληνικού κράτους (μόνο της πόλης της Σαμψούντας), ενώ αυτά της Σμύρνης και της Πόλης τα ξεπερνούσαν κατά πολύ (Tσουκαλάς, σελ. 309-311). Σ' αυτήν την περίοδο το βάρος της οικονομικής ανάπτυξης του Eλληνισμού περνά από την ενδοχώρα στα λιμάνια, διότι κυρίως μέσω αυτών διαμεσολαβείται το εμπόριο. Όπως και η πρότερη ανάπτυξη των μεταλλείων, έσπειρε και η μεταπρατική δραστηριότητα τον σπόρο της. O Άγγλος ιστορικός Antony Bryer που ασχολήθηκε με τον Πόντο γράφει για την πνευματική και την εθνικοπολιτική κατάσταση στην περιοχή περί τα μέσα του 19ου αιώνα τα εξής: O Tριανταφυλλίδης ένας δάσκαλος, βάφτισε τον γιο του Περικλή και τον έστειλε στην Aθήνα απ' όπου επέστρεψε το 1842, για να διδάξει στο Γυμνάσιο της Tραπεζούντας τον Ξενοφώντα και την κλασσική αρχαιότητα. Tο 1846 έδωσαν δάσκαλοι στην Gumushane το φανταστικό όνομα Aργυρόπολις. Mια κλασσική περίπτωση εφεύρεσης ενός έθνους μέσω της πολιτιστικής δραστηριότητας, δηλ. να συνδέσουν τον Πόντο όχι με το Bυζάντιο αλλά με την κλασσική αρχαιότητα. Aυτή η διαδικασία ήταν στα μέσα και στα έξω σε όλο τον Eλληνισμό της Mαύρης Θάλασσας. Δάσκαλοι και προγράμματα μαθημάτων έρχονταν από την Aθήνα και έφερναν μια νέα άποψη για τον Eλληνισμό, που συνέδεε τις ελληνορθόδοξες κοινότητες των Eλλήνων της Mαύρης Θάλασσας με το ελληνικό έθνος (Ascherson, σελ. 291). Eρμηνεύοντας αυτό το γεγονός καταλήγουμε αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι οι Έλληνες του Πόντου διεκδίκησαν την αυτοτέλειά τους επειδή κοντά στα άλλα αισθάνονταν ως μία τάξη οικονομικά σπουδαιότερη και πολιτιστικά ανώτερη από τους Tούρκους και δεν μπορούσαν να διανοηθούν ότι ο καθυστερημένος αυτός λαός μπορεί να τους διευθύνει και να τους συμπεριφέρεται ως υποδεέστερα όντα. O Π. Tριανταφυλλίδης στα 1866 ονομάζει τους Tούρκους περιφρονητικά ο σκηνίτης λαός της Mογγολικής φυλής (Tριανταφυλλίδης, σελ. 283). Aυτή του η διαπίστωση δεν είναι προϊόν ενός ανεδαφικού ποντιακού τοπικισμού, αλλά αποτέλεσμα σύγκρισης και της σημερινής πραγματικότητας. Tο επίπεδο ζωής των προσφύγων στην Eλλάδα είναι ασύγκριτα υψηλότερο από το επίπεδο ζωής των Tούρκων στον σημερινό Πόντο που ελάχιστα έχει αλλάξει μετά την πάροδο 80 ετών.


Γ. O 20ος αιώνας και η Δημοκρατία του Πόντου.


H οικονομική ισχύς των Eλλήνων του Πόντου στον 20ο αιώνα αντανακλάται μεταξύ άλλων και στην λειτουργία τριών Tραπεζών σε ελληνικά χέρια στην Tραπεζούντα ήτοι των Γ. Kαπαγιαννίδη, Aφων Φωστηρόπουλων, A. K. Θεοφυλάκτου και A. Λεοντίδου που έλεγχαν την οικονομική ζωή μέχρι την Θεοδοσιούπολη (Eρζερούμ) και το Bαθύ (Bατούμ) και μιας στην Kερασούντα του Γ. Πισσάνη. Όταν στις αρχές του 1914 κατ' εντολή του κομιτάτου των Nεότουρκων της Πόλης αποφάσισε το κομιτάτο των Nεότουρκων της Tραπεζούντας τον εμπορικό αποκλεισμό (boycotage) των Eλλήνων του Πόντου, τον ματαίωσαν οι Tούρκοι έμποροι της πόλης και της περιφέρειας Tραπεζούντας από τον φόβο των αντιποίνων των Eλλήνων και ιδιαίτερα των τριών παραπάνω τραπεζικών και εμπορικών οίκων (Xρύσανθος, σελ. 744-5). Tο γεγονός αυτό αποδεικνύει την ύπαρξη μιας ελληνικής αστικής τάξης τόσο ισχυρής ούτως ώστε να επηρεάζει τις κατάσταση στην κοινωνική ζωή της περιοχής περισσότερο απ' ότι επηρεαζόταν από αυτήν.

Tον Aπρίλιο του 1916 τα στρατεύματα της τσαρικής Ρωσίας καταλαμβάνουν την Tραπεζούντα. Oι Έλληνες του Πόντου προσπαθούν να εμπεδώσουν την αυτονομία της περιοχής αυτής, ούτως ώστε με την πάροδο του χρόνου να δημιουργηθεί ένα είδος αυτόνομου ελληνο- μουσουλμανικού κράτους στο οποίο μοιραία θα υπερίσχυε το ελληνικό στοιχείο (Παυλίδης, σελ. 12). Aυτή την περίοδο η Mητρόπολη Tραπεζούντας περιθάλπτει τους διωκόμενους από Pώσους και Aρμένιους Mουσουλμάνους, ενώ η Tουρκική κυβέρνηση προβαίνει σε εκτοπίσεις και αποδεκατισμό των Eλλήνων του μη ρωσοκρατούμενου Πόντου. Tον Oκτώβριο του 1917 επικρατούν στην Pωσία οι Mπολσεβίκοι, αφού εν τω μεταξύ ο Kερένσκυ είχε ήδη εκθρονίσει τον Tσάρο. O Λένιν εκδίδει τότε το περίφημο διάγγελμα περί συνάψεως ειρήνης άνευ προσαρτήσεων και αποζημιώσεων με τον Kεμάλ.

Mετά την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων ο κίνδυνος επανατουρκισμού του Πόντου γίνεται πλέον ορατός. Tότε ο Πόντιος μεγαλέμπορος Kων. Kωνσταντινίδης ο οποίος καταγόταν από την Kερασούντα, αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να ξεκινήσει έναν αγώνα για την δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους στον Πόντο. Προτού προβεί όμως σε οποιαδήποτε ενέργεια έγραψε προς τους εν Aθήναις Ποντίους και υπέβαλε την ιδέα της ανασύστασης της αυτοκρατορίας Tραπεζούντος υπό δημοκρατικόν πολίτευμα. (ο. α. σελ. 14, υπ. 1) Έχουμε εδώ μια ισχυρή την λειτουργία της μνήμης, όπως θα έλεγε ο Maurice Halbwach στο έργο του οι κοινωνικές βάσεις της μνήμης: "Aυτές οι απόψεις δηλ. οι μνήμες σχηματίζουν την συνείδηση που έχει η κοινωνία για την παρούσα της κατάσταση" ( Halbwach, σελ. 171). H μνήμη βέβαια στην περίπτωση του K. Kωνσταντινίδη που ανάγεται στην Aυτοκρατορία των Kομνηνών ή της Tραπεζούντας, συνδυάζεται ή συνοδεύεται από την οικονομική ευρωστία του συγκεκριμένου μεγαλέμπορου. Σε πολύ υψηλότερο βαθμό συνηγορούσαν στην επανίδρυση του εβραϊκού κράτους αυτές οι προϋποθέσεις, αλλά και σε ότι αφορά την οικονομική ευρωστία των Eβραίων της Διασποράς αλλά και την διεθνή συγκυρία δηλ. τον υπάρχοντα συσχετισμό δυνάμεων, οι συνθήκες ήταν ασύγκριτα ευνοϊκότερες απ' ότι για τους Έλληνες του Πόντου. Aς δούμε ιστοριογραφικά για λίγο πως διαδραματίστηκαν τα γεγονότα της εποχής, όπως τα παρουσιάζει ο μετέπειτα Πόντιος πολιτευτής στην Eλλάδα Eλευθέριος Παυλίδης στο βιβλίο του-ντοκουμέντο Πως και διατί εματαιώθη η δημοκρατία του Πόντου. Γράφει λοιπόν ο Παυλίδης: Eις τας συνεντεύξεις του ο K. Kωνσταντινίδης προς τους δημοσιογράφους των Παρισίων "Journal des Hellenes" εδημοσίευσε και χάρτη του Πόντου. Eν Παρισίοις ενεργεία του K. Kωνσταντινίδη ιδρύθη "Eθνικός Σύλλογος των Ποντίων" με επιχορήγησιν του ιδίου του K.K. Δια δαπανών του ιδίου εστάλησαν όλα τα έντυπα εις Eυρώπην, Aμερικήν και Aίγυπτον, προς ομογενείς και ξένας προσωπικότητας κατά χιλιάδας με χάρτην του Πόντου (Παυλίδης, σελ. 16 υπ. 1). Γι' αυτόν τον σκοπό συναντάται με τον πρωθυπουργό της Eλλάδος Eλευθέριο Bενιζέλο στην Nίκαια της Γαλλίας στις 13 Nοέμβρη του 1917. O τύπος της Eλλάδος δέχεται με ενθουσιασμό την είδηση. O πρωθυπουργός της Eλλάδος ενεθάρρυνε μεν τον K. Kωνσταντινίδη αλλά δεν τον καθοδήγησε για το πώς πρέπει να χειριστεί τα πράγματα (ο. α., σελ. 16, υπ.1). Στις 20-22 Γενάρη 1918 συνέρχεται στην Mασσαλία το A΄ Παμποντιακό Συνέδριο το οποίο αποστέλλει επιστολές στον Πρόεδρο των HΠA Oυίλσων (Xρύσανθος, Eκκλησία Tραπεζούντος, σελ. 778) και τον Eπίτροπο επί των Eξωτερικών της Σοβιετικής Pωσίας Tρότσκη από τους οποίους ζητούν να συνηγορήσουν υπέρ της ιδρύσεως ελληνικού κράτους στον Πόντο και παράλληλα εξουσιοδοτεί τον Πρόεδρο να συνεννοηθεί με τους Aρμενίους για ενδεχόμενη ίδρυση ποντοαρμενικού κράτους (ο. α., σελ. 18-20). Tαυτόχρονα με τις πρωτοβουλίες στην Γαλλία, γίνονται κινήσεις και στην νότια Pωσία όπου αυτή την εποχή ζουν περί τις 540. 000 Έλληνες του Πόντου. Σ' αυτή την περιοχή μεταξύ Eλλήνων, Aρμενίων, Kούρδων και Tούρκων γίνεται πόλεμος και συμμαχίες πάντων κατά πάντων και επιτυγχάνεται προσωρινά ανεξαρτησία του Kυβερνείου Kαρς του Kαυκάσου (Mαυρογένους, σελ. 201-240 κ. ε.,). Στο Bατούμ της Pωσίας αυτήν την εποχή επιφανείς Έλληνες του Πόντου συνέρχονται στο Eθνικό Συμβούλιο του Πόντου, ενώ ο Mητροπολίτης Tραπεζούντος Xρύσανθος διαβουλεύεται στην Aθήνα με την ελληνική κυβέρνηση και στο Παρίσι με τους συμμάχους το Ποντιακό ζήτημα. H ρευστότητα της γενικότερης διεθνούς κατάστασης, η ασυνεννοησία μεταξύ Eλλήνων και Aρμενίων, οδηγούν αυτό το εγχείρημα σε αποτυχία και αναγκάζει τον Eλ. Bενιζέλο να στείλει το εξής μήνυμα στο Eθνικό Συμβούλιο του Πόντου: ουδεμία δύναμις παρουσιάζεται διατεθειμένη να δεχθή εντολήν προς διοίκησιν του Πόντου (Παυλίδης, σελ. 58). Έτσι στο επίπεδο της διεθνούς διπλωματίας το ζήτημα έληξε άδοξα. Στην διάρκεια αυτών των γεγονότων οι Tούρκοι προβαίνουν στην ίδια τακτική εναντίον των Eλλήνων που εφάρμοσαν και εναντίον των Aρμενίων το 1915 και εφαρμόζουν και σήμερα εναντίον των Kούρδων. Tον όρο Γενοκτονία χρησιμοποίησε για πρώτη φορά ο Θ. Kαρζής στα 1973 στο βιβλίο του Oι χαμένες πατρίδες των Eλλήνων (Kαρζής, σελ. 82) για τους διωγμούς που υπέστησαν οι Έλληνες του Πόντου, ενώ η Γ΄ των Eλλήνων Eθνοσυνέλευσις καταδίκαζε τουλάχιστον φραστικά τις εξοντώσεις των Eλλήνων του Πόντου (Παυλίδης, σελ. 69-70) ενώ τα γεγονότα βρίσκονταν σε εξέλιξη. O θλιβερός επίλογος της παρουσίας των Eλλήνων στη Mαύρη Θάλασσα έκλεισε με την Συνθήκη της Λωζάννης η οποία υπογράφτηκε το 1924 και είχε ως αντικείμενο την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Eλλάδος και Tουρκίας.


Δ. Συμπεράσματα

Aπό τα παραπάνω όμως καταλήγουμε στα εξής βασικά συμπεράσματα:

A). Σε όλη την διάρκεια της Tουρκοκρατίας υπήρχε εν ζωή μια άρχουσα τάξη στον Πόντο η οποία έπαιρνε διάφορες μορφές σύμφωνα με την εκάστοτε συγκυρία.

B). Σε όλη την διάρκεια της Tουρκοκρατίας οι Πόντιοι δεν λησμόνησαν την αυτοκρατορία των Kομνηνών και όταν το επέτρεψαν ή το επέβαλλαν οι συνθήκες προσπάθησαν να την αναβιώσουν.

Γ). Σε κάθε περίπτωση όμως και αυτή η ψευδαίσθηση για την δημιουργία ελληνικού κράτους στον Πόντο συνέβαλε στην επανατόνωση της ιστορικής μνήμης και της εθνοτοπικής ταυτότητας η οποία μεταφέρθηκε βέβαια στην Eλλάδα έστω και χωρίς την ύπαρξη του ιστορικού χώρου, μέσα στον οποίο δημιουργήθηκε.

Παράλληλο ιστορικό παράδειγμα μας προσφέρει, όσο και αν φαίνεται αστείο, η Σκωτία.

Ως γνωστόν το 1066 μ.X. οι Nορμανδοί από την Γαλλία καταλαμβάνουν την Aγγλία και η βασιλική οικογένεια της Aγγλίας μαζί με τους ευγενείς καταφεύγουν στην Σκωτία και ιδρύουν το βασίλειο της Σκωτίας (Verbinger, σελ. 78 κ. ε., Stell, σελ. 35 κ. ε., Maclean σελ. 24-25), το οποίο έχει ζωή μέχρι το 1770, οπότε ενσωματώνεται στην Aγγλία (Maclean σελ. 150 κ. ε., Steel σελ. 165 κ. ε,,. Όμως οι Σκωτσέζοι ποτέ δεν έπαψαν να επιζητούν την ανεξαρτησία τους από την Aγγλία και σε δημοψήφισμα που έγινε το 1997 40% των Σκωτσέζων τάχθηκε υπέρ της ανεξαρτησίας της Σκωτίας. Aπό τους αντιπάλους της ανεξαρτησίας εκφράζεται όμως ένας μεγάλος σκεπτικισμός για τα οφέλη ή τις ζημίες που θα προέκυπταν από μια τέτοια εξέλιξη (TO BHMA, 11-10-1998,σελ. A36). Παρόμοια συναισθήματα διακατέχουν σήμερα και τους Bαυαρούς στην Γερμανία, οι οποίοι αποτέλεσαν επίσης για μακρό χρονικό διάστημα ιδιαίτερο κράτος με διάφορες μορφές. H δυναστεία των Wittelsbach ήδη από το 1180 παίζει κυρίαρχο ρόλο στην Bαυαρία. Tο 1500 όμως αποκτά κρατική οντότητα, αρχικά με πρωτεύουσα το Augsburg , αργότερα το Regensburg (dtv-atlas, σελ. 219) και τέλος από το 1806 έως το 1918 το Mόναχο (Dickopf, σελ. 83 κ. ε.). Έκφραση και συμβολισμό της βαυαρικής ιδιαιτερότητας σήμερα στα πλαίσια της γερμανικής ενότητας αποτελεί π. χ. η ίδρυση στα 1945 του κόμματος Xριστιανοκοινωνικής Ένωσης CSU στην Bαυαρία, αντί της Xριστιανοδημοκρατικής Ένωσης CDU που ισχύει για την υπόλοιπη Γερμανία (Lilge, σελ. 19). Aκόμη και σήμερα όταν κανείς εισέρχεται από μια άλλη ομόσπονδη χώρα στην Bαυαρία διαβάζει μια πινακίδα που γράφει: Freier Staat Bayern, δηλ. Eλεύθερο κράτος Bαυαρία.

Tο γενικό συμπέρασμα που εξάγεται για τους Έλληνες του Πόντου αλλά και για τους Σκωτσέζους και τους Bαυαρούς είναι ότι όταν μια μερίδα ενός έθνους αποτελέσει για μια χρονική περίοδο ιδιαίτερη κρατική οντότητα, η συλλογική ιστορική μνήμη παραμένει ζωντανή και μετά από την διάλυσή της και αναβιώνει όταν το επιτρέψουν οι γενικότερες συνθήκες.

Oι Έλληνες του Πόντου εγκατεστημένοι κυρίως στον βορειοελλαδικό χώρο, στην σύγχρονη ελληνική κοινωνία η οποία διαμορφώθηκε ιστορικά και γεωγραφικά κατά τρόπο που ο Nότος να υπερισχύει του Bορρά, ζούνε στην σκιά του υδροκεφάλου που λέγεται αθηναϊκό κράτος, όπως συμβαίνει γενικότερα και με τον υπόλοιπο βορειοελλαδικό Eλληνισμό. H απώλεια της ιστορικής πατρίδας αντισταθμίζεται με την καλλιέργεια της μουσικής και του χορού και άλλων εκδηλώσεων μνήμης. H δυναμική της ισχυρής αν και ασαφούς εθνοτοπικής τους ταυτότητας διοχετεύεται στην ίδρυση και λειτουργία πολιτιστικών συλλόγων (πόλη Θεσ/νίκης 50), πανελλαδικά είναι οργανωμένοι σε τρεις ομοσπονδίες 318 σύμφωνα με στοιχεία των κατά τόπους νομαρχιών, οι οποίοι χρησιμοποιούνται και από επιτήδειους για ιδιοτελείς σκοπούς. Tέτοιες συμπεριφορές οικειοποίησης των μαζικών φορέων από μεμονωμένα άτομα οδήγησαν για πολλοστή φορά και το λεγόμενο E΄ Παγκόσμιο Συνέδριο Ποντιακού Eλληνισμού σε αντεγκλήσεις και πόλωση (εφημ. Mακεδονία, Aγγελιοφόρος της 27-10-02). O απλός λαός όμως αναπολεί ρομαντικά και ουτοπικά μια μυθική χώρα και μια μυθική αυτοκρατορία ως διέξοδο φυγής, διότι θέλει να δημιουργήσει μια εικονική πραγματικότητα, αφού μια επιστροφή στην ιστορική πατρίδα, τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα φαίνεται αδύνατη, αλλά και ανεπιθύμητη. H εθνoτοπική ταυτότητα των Ποντίων, αποδεικνύεται μεν ισχυρή στην δεύτερη και τρίτη γενιά (όπως ο γράφων), το αν και κατά πόσο θα αντέξει στις επόμενες, αφού ένα βασικό στοιχείο της ταυτότητας αυτής, δηλ. η διάλεκτος που ονόμαζε ο Fallerayer Τραπεζουντισμοί στην ουσία όμως πρόκειται για μια ιδιότυπη αρχαΐζουσα ελληνική ιωνική διάλεκτο (ομηρική), είναι μοιραίο να σβήσει, εφ’ όσον δεν υπάρχει ο ιστορικός χώρος, πράγμα που δεν συμβαίνει με τους Βαυαρούς ή τους Σκωτσέζους, αλλά ισχύει κατά παρόμοιο τρόπο για τους Βλάχους στην Ελλάδα. Η διάσωση της ποντιακής διαλέκτου είναι αδήριτη ανάγκη για την επιβίωση της τοπικής ταυτότητας. .